Werbung
 Übersetzung für 'εισαγγελέας' von Griechisch nach Deutsch
εισαγγελέας {η}Staatsanwältin {f}
εισαγγελέας {ο}Staatsanwalt {m}
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ο Ισίδωρος Ντογιάκος (γενν. 1956) είναι Έλληνας εισαγγελέας ο οποίος υπηρετεί ως Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
  • Το Μάιο του 2020, τοποθετήθηκε με κατά πλειοψηφία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Ποινικής Δικαιοσύνης επόπτρια της ΕΥΠ η εισαγγελέας εφετών Βασιλική Βλάχου, που είχε διατελέσει εισαγγελέας έδρας στην εκδίκαση των υποθέσεων της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και του Noor 1.
  • Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας το 1926 και στάλθηκε να εργαστεί στο Γιακούτσκ, όπου εργάστηκε ως αναπληρωτής εισαγγελέας και εν ενεργεία εισαγγελέας για τη Γιακουτία .
  • Τον Φεβρουάριο του 2016, η Κόβεσι μετονομάστηκε ως γενικός εισαγγελέας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με βάση τα θετικά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν υπό την ηγεσία της.
  • Εργάστηκε ως πολιτική εισαγγελέας στο Λας Βέγκας (1994-1998), και ως ποινική εισαγγελέας στο ομοσπονδιακό υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (1998-2000).

  • Το 1976, εξελέγη εισαγγελέας της κομητείας, υπηρετώντας ως Εισαγγελέας της Κομητείας Γκριν από το 1977 έως το 1981.
  • Κατά τη διάρκεια της δίκης του Κλέι Σόου το 1969, ωστόσο, ο εισαγγελέας της Νέας Ορλεάνης Τζιμ Γκάρισον αμφισβήτησε τη θεωρία της "μίας σφαίρας" με αποδεικτικά στοιχεία από το Φιλμ Ζαπρούντερ.
  • Πρόεδρος κληρώθηκε η εφέτης Μαρία Λεπενιώτη, μέλη οι δικαστές Ανδρέας Ντόκος και Γεσθημανή Τσουλφόγλου και εισαγγελέας της έδρας η εισαγγελέας Αδαμαντία Οικονόμου.
  • Ο Ευάγγελος Παραβάντης (1901-1980) του Τρύφωνος, ήταν Έλληνας νομικός, εισαγγελέας και νομάρχης.
  • Ο εισαγγελέας Εφετών έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά όλων των βουλευμάτων όλων των ειδών (οριστικών και παρεμπιπτόντων και ανεξάρτητα από τη βαρύτητα του εγκλήματος που αφορούν) και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναίρεση κατά όλων των βουλευμάτων όλων των ειδών.

  • Το 1962 έγινε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, διαδεχόμενος τον Δημήτριο Κιουσόπουλο που αποχώρησε λόγω ορίου ηλικίας.
  • Προηγουμένως, υπηρέτησε ως περιφερειακός εισαγγελέας της Κομητείας Τσίτεντεν από το 1966 έως το 1975.
  • Αδελφός του είναι ο γνωστός εισαγγελέας Βασίλης Φλωρίδης, που έχει υπηρετήσει σε σημαντικές θέσεις.
  • Ειδικά για τους μοναχούς η εισαγγελέας είχε πει πως δεν θεωρούσαν πως διαπράττουν καμία αξιόποινη πράξη αφού πιστεύουν ότι η λίμνη Βιστωνίδα ανήκει στη Μονή, ενώ για όλους τους κατηγορουμένους η εισαγγελέας είχε τονίσει ότι «δεν προέκυψε από τη μακρά διαδικασία ούτε δόλος ούτε τέλεση αξιόποινης πράξης όπως απιστία, απάτη, ψευδορκία, ξέπλυμα μαύρου χρήματος».
  • Ο Δημήτριος Λινός είναι Έλληνας δικαστικός και πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

  • Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης είναι Έλληνας πολιτικός και εισαγγελέας.
  • Ο Γιώργος Σανιδάς (1942) είναι Έλληνας δικαστικός, ο οποίος διετέλεσε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
  • Στη συνέχεια επέστρεψε στη χώρα του, όπου ορίστηκε προσωρινός εισαγγελέας και το 1954 έγινε εισαγγελέας.
  • Οι δύο σταθμοί μέσων ενημέρωσης προσέφυγαν στον Εισαγγελέα ενάντια στην απαγόρευση, αλλά ο εισαγγελέας παρέλειψε να απαντήσει [...].
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!