Werbung
 Übersetzung für 'εισόδημα' von Griechisch nach Deutsch
εισόδημα {το}Einkommen {n}
2
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'εισόδημα' von Griechisch nach Deutsch

εισόδημα {το}
Einkommen {n}
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Οποιοσδήποτε που το εισόδημα του ξεπερνάει τα έξοδα του μπορεί να διαθέσει το πλεονάζων ποσό ως κεφάλαιο.
  • Στην υπηρεσία του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄ από το 1639, του κόμη του Αβώ από το 1642, με εισόδημα 4.000 λιβρών, είχε επιπλέον εισόδημα 1.000 λιβρών που του χορηγήθηκε από τη βασίλισσα.
  • Το κατά κεφαλήν εισόδημα μετράει το μέσο εισόδημα ανά άτομο σε μια συγκεκριμένη περιοχή (χώρα, πόλη, περιφέρεια κτλ) σε ένα συγκεκριμένο χρόνο.
  • ·         Διαθέσιμο ατομικό εισόδημα είναι το εισόδημα των νοικοκυριών και των μη μετοχικών επιχειρήσεων το οποίο μένει αφού ικανοποιηθούν όλες οι υποχρεώσεις προς το κράτος.
  • Ένα κεφαλαιουχικό κέρδος στην Ελλάδα προστίθεται στο τακτικό εισόδημα και φορολογείται με τον ίδιο τρόπο όπως το κανονικό εισόδημα για μια εταιρεία, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως ορίζονται από το νόμο.

  • Η απογραφή του 2010 έδειξε πως το μέσο εισόδημα ενός νοικοκυριού στην πόλη ήταν 47.696$ και το μέσο οικογενειακό εισόδημα 53.792$.
  • Το διάμεσο ετήσιο εισόδημα για ένα νοικοκυριό της Βάκαβιλ το 2010 ήταν 57.667 δολάρια, ενώ το διάμεσο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 63.950 δολάρια.
  • Στο Νόμο των Αγορών, ο Σε υποστηρίζει ότι η προσφορά είναι αυτή που κυρίως δημιουργεί το εισόδημα και επειδή οι καταναλωτές είναι αυτοί που χρησιμοποιούν εξ ολοκλήρου το εισόδημά τους, για να δημιουργηθεί ανάπτυξη, οφείλουμε να αυξάνουμε συνεχώς την προσφορά.
  • Κυρίως στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης με τους όρους: βασικό εισόδημα, επίδομα ύπαρξης, εισόδημα πολίτη, καθολικό εισόδημα, εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα, μερίσματα καθολικού εισοδήματος κτλ.
  • Αντίστοιχα, το εισόδημα είναι οι χρηματικές απολαβές ενός ατόμου σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα.

  • Το τεκμαρτό εισόδημα προκύπτει από υπολογισμούς που γίνονται βάσει δεδομένων, όπως είναι οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες, η απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου ή ακόμα και η κατοχή ενός περιουσιακού στοιχείου.
  • Στα Σχολεία και στο Νοσοκομείο της Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης κληροδοτούσε με την πρώτη διαθήκη ετήσιο εισόδημα 12.000 φράγκων και έδινε εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης να εγγράψουν δια των Hottιnger & Co το εισόδημα αυτό σε γαλλικά χρεόγραφα.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!