Werbung
 Übersetzung für 'εκδίκηση' von Griechisch nach Deutsch
εκδίκηση {η}Rache {f}
3
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'εκδίκηση' von Griechisch nach Deutsch

εκδίκηση {η}
Rache {f}
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Στην αρχαιότητα, προτού εμφανιστούν οι πρώτοι νόμοι, οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τις εγκληματικές ενέργειες εναντίον τους με το να παίρνουν εκδίκηση.
  • Η "Ηλέκτρα" είναι τραγωδία του Σοφοκλή, άγνωστης χρονολογίας, με θέμα την εκδίκηση της Ηλέκτρας για τον θάνατο του πατέρα της.
  • Η Σιμένη ζητά εκδίκηση από τον βασιλιά για τον φόνο του πατέρα της, ο δον Διέγο υποστηρίζει πως η δίκαιη εκδίκηση δεν επισύρει νέα εκδίκηση, αλλά και σ’ αυτήν την περίπτωση ζητεί από τον βασιλιά να πάρει τη δική του ζωή, αφού εκείνος ζήτησε από τον γιο του να εκδικηθεί.
  • Καθώς ο Φορντ ψάχνει μάταια για τον Φάλσταφ, οι δυο κυρίες σχεδιάζουν περαιτέρω εκδίκηση εναντίον και των δύο ανδρών.
  • Ως εκδίκηση ορίζεται η πράξη επιβλαβούς ενέργειας εναντίον ατόμου ή ομάδας ως απάντηση σε μία δυσάρεστη πράξη, είτε είναι πραγματική είτε γίνεται αντιληπτή.

  • Με βαθιά πίκρα και διψασμένος για εκδίκηση, ο Ντανιέλ ταξιδεύει στο Μεξικό αποφασισμένος να καταστρέψει την οικογένεια Μοντέρδε, την οποία κατηγορεί για την δυστυχία του.
  • Η Αρμίντα αγωνίζεται μεταξύ της αγάπης και της επιθυμίας της για εκδίκηση.
  • Μια συνέχεια στην οποία ο Kreese επιδιώκει εκδίκηση εναντίον του Daniel και του Miyagi με τη βοήθεια νέων συμμάχων.
  • Στις 9 Δεκεμβρίου 1893, ο Ωγκύστ Βαϊγιάν τοποθέτησε μια βόμβα στο Γαλλικό κοινοβούλιο (Chambre des députés) ως εκδίκηση για την εκτέλεση του Ραβασόλ.
  • Τέλος, η κίτρινη γραμμή κάτω από τον ήλιο υπόσχεται την εκδίκηση στους βόρειους για τους χαμένους αδελφούς και αδελφές.

  • Ο Κορράδος είχε την αίσθηση ότι δεν είχε επιβραβευτεί για τις υπηρεσίες του, φοβόταν το αντί-Λατινικό αίσθημα των Ρωμαίων, αφού ο μικρότερος αδελφός του Ρενιέ του Μομφερράτου δηλητηριάστηκε (1882) και την εκδίκηση της οικογένειας του Βρανά, έφυγε τον Ιούλιο του 1187 για τα Ιεροσόλυμα με Γενοβέζικο πλοίο.
  • Στο πρώτο στάδιο, και ειδικά στο πρώιμο, το έγκλημα θεωρούνταν "ύβρις" κατά της θεότητας, η δε ποινή θεωρούνταν εκδίκηση που επείχε ιερού χαρακτήρα και που συνίστατο συνήθως στην αποβολή του δράστη από τη θρησκευτική κοινότητα.
  • Σπίθες ανάβουν, φλόγες εξαπλώνονται και η Κάπιτολ ζητά εκδίκηση.
  • Η Κορίνα πλούσια πια, αλλάζει όνομα και εμφάνιση και ζητάει εκδίκηση από αυτούς που την πλήγωσαν.
  • έγινε η Μάχη των Λεύκτρων, ο Επαμεινώνδας τόνιζε στους επιτελείς ότι πρώτα έπαιρναν εκδίκηση για τη σπαρτιάτικη εκείνη ατιμία και δευτερευόντως πολεμούσαν για τη σωτηρία των Θηβών.

  • Με τα λόγια αυτά η Ιζόλδη υπόσχεται εκδίκηση και θέλει να πεθάνει από δηλητήριο και προστάζει την Μπρανγκαίνε να της το βάλει στο ποτήρι.
  • Ο "Κόναν" από εδώ και πέρα αφιερώνει την ζωή του στην εκδίκηση του "Τάλσα Ντουμ".
  • Θα πάρει εκδίκηση ο στρατός των ποντικών, δεν θα γλιτώσεις.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!