Werbung
 Übersetzung für 'εξαρτημένος' von Griechisch nach Deutsch
εξαρτημένος {adj}süchtig
εξαρτημένος {adj}abhängig
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'εξαρτημένος' von Griechisch nach Deutsch

εξαρτημένος {adj}
süchtig

abhängig
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ο αυτοδύτης -σε αντίθεση με τον δύτη που είναι εξαρτημένος από τον υδρομηχανικό "ομφάλιο λώρο" μέσω του οποίου αντλεί τον ατμοσφαιρικό αέρα ή μείγματα αερίων από σταθμό- φέρει συσκευή συμπιεσμένου αέρα, ιδιότητα στην οποία αποδίδεται η μεγαλύτερη αυτονομία στην υποβρύχια κίνηση αλλά και ο περιορισμός στον χρόνο παραμονής του.
  • Ο Χέις δυσκολεύονταν να βρει δουλειές ενώ ήταν ήδη εξαρτημένος ηρωινομανής.
  • Αν και με τον καιρό είχε μεγαλώσει, παρέμεινε βαριά εξαρτημένος από τη μητέρα του και διάφορους αυλικούς.
  • Έμεινε στην εξουσία ως εξαρτημένος βασιλιάς, αλλά συνέχισε να διεκδικεί την ανεξαρτησία του, οδηγώντας σε μια τελική και συντριπτική ρωμαϊκή εισβολή βόρεια του Δούναβη το 105.
  • Ο Φερδινάνδος και η Βαρβάρα αγάπησαν ο ένας τον άλλον, και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε πολύ εξαρτημένος από αυτήν.

  • Επικεφαλής της κάθε υπαρχίας τοποθετήθηκε ο έπαρχος των πραιτωρίων, πανίσχυρος εκπρόσωπος του αυτοκράτορα, άμεσα εξαρτημένος από αυτόν.
  • Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν εξαρτημένος από το αλκοόλ με αποτέλεσμα να πεθάνει σε ηλικία μόλις 52 ετών, από εγκεφαλίτιδα.
  • Πάντοτε κατονόμαζε τις πηγές του, ενώ ενίοτε ήταν εξαρτημένος από αυτές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που αρκετές μελέτες του ήταν συρραφή αλλότριων παραθεμάτων.
  • Η Πρίσλεϊ στήριξε τον Τζάκσον όταν άρχισε να γίνεται εξαρτημένος από παυσίπονα και τον έπεισε να μπει σε κέντρο απεξάρτησης.
  • Η αυθεντική χρήση του όρου "Νέος Νότος" ήταν μια προσπάθεια να περιγραφεί η άνοδος ενός Νότου μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο που δεν θα ήταν πια εξαρτημένος από την -παράνομη μετά τον Εμφύλιο- εργασία δούλων ή από τις καλλιέργειες, κυρίως του βαμβακιού, αλλά μάλλον ένας Νότος που ήταν επίσης εκβιομηχανισμένος και μέρος μιας σύγχρονης εθνικής οικονομίας.

  • Με την άνοδο στον θρόνο βρισκόταν πλήρως εξαρτημένος από τον θείο του Ιωάννη Δούκα και τον Μιχαήλ Ψελλό αλλά σύντομα τους παραμέρισε και οι σχέσεις του με τον Μιχαήλ Ψελλό περιορίστηκαν σε Ακαδημαϊκά θέματα.
  • Παρόλο που η κατάσταση που περιγράφει ο Σόλων θυμίζει την «παραδοσιακή» δουλεία, η δουλεία για χρέη είχε σαν βασική διαφορά το ότι ο υπόδουλος Αθηναίος παρέμενε Αθηναίος, εξαρτημένος από άλλον Αθηναίο, στον τόπο καταγωγής του.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!