Werbung
 Übersetzung für 'ευτυχισμένος' von Griechisch nach Deutsch
ευτυχισμένος {adj}glücklich
6
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'ευτυχισμένος' von Griechisch nach Deutsch

ευτυχισμένος {adj}
glücklich
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Ήταν ένας γάμος πολιτικής σκοπιμότητας, που αποδείχτηκε όμως ευτυχισμένος.
  • Ο γάμος φαίνεται να ήταν ευτυχισμένος, αλλά δεν απέκτησαν παιδιά και η Μπέτι πέθανε στις 3 Αυγούστου 1845.
  • Η Ρόξι και ο Πατ γευματίζουν μαζί, ενώ ο Τόνι προσπαθεί να υποστηρίξει την επιθυμία του Ματ να ξαναγίνει ευτυχισμένος.
  • Ο γάμος της Ελένης και του Μαξιμιλιανού ήταν ευτυχισμένος αλλά επισκιαζόταν από τη σοβαρή νόσο του Μαξιμιλιανού που έπασχε από χρόνια ηπατική ανεπάρκεια την οποία δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν οι γιατροί ούτε και τα ιαματικά νερά του Κάρλσμπαντ.
  • Ο γάμος τους ήταν πολύ ευτυχισμένος, καθώς λέγεται ότι ήταν ο μόνος γάμος του Γουλιέλμου από έρωτα, και μάλιστα αύξησε τη δημοτικότητά του στο βασίλειο.

  • Στην Ελλάδα έχει δημοσιευτεί το 2021 το βιβλίο « ο ευτυχισμένος φίλος μας» από τις εκδόσεις Ταξιδευτής που είναι στιγμιότυπα από την ζωή του.
  • Ο γάμος της ήταν μακρύς και ευτυχισμένος, κάτι ασυνήθιστο μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορικής οικογένειας της γενιάς της.
  • Βασισμένη στην Κολομβιανή τηλενουβέλα "El Último Matrimonio Feliz" ("Ο τελευταίος ευτυχισμένος γάμος").
  • Ο αναγκαστικός γάμος αυτός δεν αποδείχθηκε ευτυχισμένος: ο Καρακάλλας την απεχθανόταν.
  • Ο γάμος τους δεν πρέπει να ήταν ευτυχισμένος, διότι το 1668 ο Γεώργιος-Χριστιανός ήταν στο Χόμπουρκ, ενώ η σύζυγός του στη Βόρεια Γερμανία.

  • Ο γάμος τους δεν ήταν ευτυχισμένος και η Βιλελμίνη αποσύρθηκε στο κάστρο Χάλμπεργκ, όπου ανάθρεψε τον γιο τους.
  • Επιπλέον ο ίδιος δεν είναι ευτυχισμένος στο Αζερμπαϊτζάν.
  • Όταν οι άνθρωποι στερούνται ορισμένων εξωτερικών αγαθών, όπως καλά παιδιά ή ομορφιά, αμαυρώνουν τη μακαριότητά τους, γιατί δεν είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένος ο πολύ άσχημος στην όψη ή αυτός που κάνει μοναχική ζωή και είναι άτεκνος.
  • Έζησε ευτυχισμένος με τη Μαρία Θηρεσία, η οποία τον υπεραγαπούσε και έκανε δεκαέξι παιδιά μαζί του.
  • Ένα βραδύ στο δημοσιογράφο εμφανίζεται το φάντασμα της γυναίκας του και του λέει ότι θα ήθελε "να είναι ευτυχισμένος".

  • Τότε ευτυχισμένος ότι είδε έστω και στο τέλος τον αναμενόμενο Βασιλέα ξεψύχησε.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!