Werbung
 Übersetzung für 'ευφράδεια' von Griechisch nach Deutsch
ευφράδεια {η}Beredsamkeit {f}
ευφράδεια {η}Redegewandtheit {f}
μιλώ με ευφράδειαsehr redegewandt sein
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Διδάσκεται σε ορισμένα δημοτικά σχολεία, αλλά μόνοι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες την μιλούν με ευφράδεια και λίγοι την διδάσκουν στα παιδιά τους.
  • Στις 2 Νοεμβρίου η Φελισί παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να απαντήσει στις κατηγορίες όπου μίλησε με ευφράδεια και διακριτικότητα αμφισβητώντας τον νόμο που την καθιστούσε παράνομη λέγοντας πως δεν είχε γίνει ποτέ αποδεκτός από τα άτομα που αφορούσε ανάμεσα στα οποία ήταν και οι γυναίκες.
  • Στην πόλη της Νέας Υόρκης, ο Τζορτζ έπαιξε στο Lemos Greek Repertory Theater γιατί μπορούσε να μιλάει τα ελληνικά με ευφράδεια.
  • Είχε φυσική ευφράδεια. Δίδασκε συναρπαστικά.
  • Εκπαιδεύτηκε στη ρητορική ώστε να αποκτήσει ευφράδεια χωρίς όμως να τον προσελκύει ιδιαίτερα η τυποποιημένη επιχειρηματολογία των ασκήσεων δικανικής ακριβείας.

  • Ως παιδί έμαθε βουλγάρικα και αγγλικά από τον πατέρα του και είναι γνωστός για την ευφράδεια και σχεδόν μητρική γνώση της αγγλικής.
  • Γινόταν συμπαθής με τη σεμνότητά του και έπειθε τους πολίτες με τη λογική παρά με την ευφράδεια του.
  • Μία επιστολή του Έρασμου από τα 1516, όπου επαινείται η ευφράδεια του Αλκυόνιου, αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη αναφορά στον λόγιο.
  • Μερικοί φοβούνται ότι δεν θα έχουν ευφράδεια λόγου και θα γελοιοποιηθούν αν δώσουν συνέντευξη σε ένα ζωντανό ειδησεογραφικό μέσο.
  • Ο Νάιτζελ Πολ Φάρατζ ("Nigel Paul Farage", 3 Απριλίου 1964) είναι Βρετανός πολιτικός και αρχηγός του Kόμματος Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου (UK Independence Party – UKIP) από το 2010 ως τον Ιούλιο του 2016, γνωστός για την ευφράδεια και τον δηκτικό του λόγο ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

  • Λέγεται ότι κληρονόμησε την πατρική δύναμη και ευφράδεια.
  • Ο Ιερώνυμος του αποδίδει ευφράδεια λόγου και καλλονή, και ύφος υψηλό και μεγαλοπρεπές.
  • Είχε πολλή ευφράδεια στην διδασκαλία και ήταν πολύ γόνιμος ως δάσκαλος, αφού πολλοί από τους μαθητές του αναδείχτηκαν δεινοί ομιλητές, έγιναν σημαντικοί και φάνηκαν χρήσιμοι στην Ελλάδα.
  • Υπήρξε μαθητής τόσο του Θεόφραστου όσο και του Δημητρίου του Φαληρέως, και είχε από νωρίς αποκτήσει ιδιαίτερη ευφράδεια και προσαρμοστικότητα ύφους.
  • Η χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ήταν εξαιρετικής ομορφιάς και μόρφωσης και με ιδιαίτερη ευφράδεια και έντονο θρησκευτικό ζήλο.

  • Αντίθετα το "αττικό άλας" παραμένει έκφραση που δεν μπορεί ν΄ αποδοθεί παρά μόνο σε περίπτωση εξειδικευμένου λόγου που συνδυάζει ευστροφία πνεύματος, ευφράδεια, έμφυτη ευγένεια και που απευθύνεται σε καλλιεργημένους πνευματικά ανθρώπους που μπορούν να το κατανοήσουν.
  • Αλλά ο Λίνκολν ήταν σίγουρα πολύ πιο έξυπνος πολιτικός από τον Μακλέλαν και με ευφράδεια επιτέθηκε πολύμορφα στην αντίπαλη παράταξη.
  • Σε πολλά μέρη της Ελλάδας αν κάποιος μιλά γρήγορα και συνέχεια, οι συνομιλητές του να τον παρατηρούν με την ερωτηματική φράση: "γλυστρίδα έφαγες;", σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία ότι η κατανάλωση αντράκλας επιφέρει ευφράδεια και ταχύτητα λόγου.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!