Werbung
 Übersetzung für 'εφετείο' von Griechisch nach Deutsch
νομ.
εφετείο {το}
Berufungs­gericht {n}
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'εφετείο' von Griechisch nach Deutsch

εφετείο {το}
Berufungs­gericht {n}νομ.
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Το εφετείο το 1999 μείωσε την ποινή στους 20 μήνες.
  • Το 1991, πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ για την Νεβάδα, και το 1994, στο ομοσπονδιακό εφετείο των ΗΠΑ για το 9ο κύκλωμα.
  • Η προτεινόμενη συνταγματική τροποποίηση, η οποία τελικά απέτυχε να περάσει, θα καθιστούσε το Δικαστήριο της Καραϊβικής το τελικό εφετείο , αντικαθιστώντας την Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοβουλίου που εδρεύει στο Λονδίνο.
  • Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη στο εφετείο.
  • Το κτίριο φιλοξενεί, σήμερα, το κακουργιοδικείο και το εφετείο.

  • Ο Πανούσης στις 27 Μαΐου του 1999 κατέθεσε έφεση η οποία απορρίφθηκε από το εφετείο Αθηνών στις 21 Δεκεμβρίου του 2000.
  • Έχει ασκήσει τη νομική στο εφετείο της Γάνδης.
  • Τα αποτελέσματα στην 90η περιφέρεια του Αγκντάς ακυρώθηκαν εξαιτίας παρατυπιών, έπειτα από την ένσταση που άσκησαν στο εφετείο δύο υποψήφιοι.
  • Στις 16 Δεκεμβρίου 1936 ο βασιλάς Γκουστάβ ο Πέμπτος εγκαινίασε το ανώτερο δικαστήριο (εφετείο) για την περιοχή βόρεια Νορλάντ.
  • Στις 3 Δεκεμβρίου 2015 ο Πιστόριους κρίθηκε ένοχος για φόνο της Στέενκαμπ έπειτα από αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από νοτιοαφρικανικό εφετείο.

  • Το τριμελές εφετείο πλημμελημάτων Ιωαννίνων τον απάλλαξε, τελικά, από τις κατηγορίες.
  • Υπάρχουν το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και άλλα δικαστήρια, εφετείο, καθώς επίσης και παραδοσιακά δικαστήρια στις κομητείες.
  • Η κυβέρνηση μετά από αυτή την εξέλιξη αναγκάστηκε να απευθυνθεί στο εφετείο για να εξετάσει την αίτηση αναθεώρησης της δίκης, παρά την αντίθετη γνώμη του Υπουργείου Στρατιωτικών.
  • Τον Μάϊο του 2012 το διοικητικό εφετείο Θεσσαλονίκης επιδίκασε όμως έφεση από το ελληνικό δημόσιο.
  • Επίσης δημιουργήθηκαν και ποινικά δικαστήρια 2 Πρωτοδικεία ένα για πταίσματα και ένα για σοβαρά πλημμελήματα και εγκλήματα και ένα ποινικό εφετείο παρόμοιο με Αναθεωρητικό Δικαστήριο.

  • Το εφετείο, επανεξετάζει την υπόθεση στα πλαίσια των λόγων της έφεσης, δηλαδή των πλημμελειών από τις οποίες θεωρεί ο εκκαλών ότι πάσχει η πρωτόδικη απόφαση.
  • Η αίτηση ακυρώσεως που κατέθεσε ο Τριανταφυλλόπουλος κατά της απόφασης του εφετείου απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!