Werbung
 Übersetzung für 'ηλεκτρική' von Griechisch nach Deutsch
ηλεκτρική καρέκλα {η}elektrischer Stuhl {m}
χημ.
ηλεκτρική πόλωση {η}
elektrische Polarisation {f}
σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα {verb}staubsaugen
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Η bachata παίζεται σήμερα σε ηλεκτρική κιθάρα και είναι πιο ρυθμική απ' ό,τι στις προηγούμενες μορφές.
  • ... "Ohmmeter") είναι μια ηλεκτρική συσκευή που μετρά την ροή του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από μία ηλεκτρική αντίσταση.
  • Τα ένζυμα τρανσαμινασών GABA καταλύουν τη μετατροπή του 4-αμινοβουτανοϊκού οξέος (GABA) και του 2-οξογλουταρικού (α-κετογλουταρικού) σε ηλεκτρική ημιαλδεΰδη και γλουταμικό.
  • Από τεχνική άποψη, το μονωτικό υλικό είναι μη αγώγιμο υλικό, που σημαίνει ότι έχει εξαιρετικά χαμηλή και κατά συνέπεια αμελητέα ηλεκτρική αγωγιμότητα.
  • Το δυναμό είναι μία συσκευή που μετατρέπει μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα που παράγει ένα μαγνητικό πεδίο για να γυρνάει ένα πηνίο σύρματος.Δηλαδή είναι μία ηλεκτρική πηγή Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι λάμπες των ποδηλάτων τροφοδοτούνται πολλές φορές με δυναμό (ένας κύλινδρος που γυρνά όταν το ποδήλατο κινείται).

  • Οι ηλεκτρικές μηχανές μετατρέπουν τη μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική (γεννήτριες) ή αντίστροφα (κινητήρες) ή μετατρέπουν ηλεκτρική ενέργεια με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σε ηλεκτρική διαφορετικών χαρακτηριστικών.
  • Ηλεκτρική μηχανή είναι η γενική ονομασία των συσκευών που είτε μετατρέπουν μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, είτε μετατρέπουν ηλεκτρική ενέργεια σε μηχανική, είτε αλλάζουν το ύψος της τάσης εναλλασσόμενου ρεύματος.
  • Κατ' αναλογία προς τα σιδηρομαγνητικά και τα παραμαγνητικά υλικά, η θερμοκρασία Κιρί μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τη θερμοκρασία όταν η αυθόρμητη ηλεκτρική πόλωση ενός υλικού μετατρέπεται σε επαγόμενη ηλεκτρική πόλωση, ή αντίστροφα.
  • Θερμοπομπός ονομάζεται η ηλεκτρική συσκευή που μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε θερμότητα, με σκοπό την θέρμανση ενός χώρου.
  • Μπορεί να παραχθεί από ηλεκτρική από ηλεκτρική εκκένωση σε κετενές σε χαμηλή πίεση (μικρότερη από ένα torr) και η ενθαλπία της αντίδρασης του προσδιορίστηκε περίπου 252,2±3,3 kJ/mol.

  • Οι The Libertines είναι αγγλικό ροκ συγκρότημα που δημιουργήθηκε το 1997 στο Λονδίνο και αποτελείται από τους Πιτ Ντόχερτι (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα), Καρλ Μπαρατ (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα), Τζον Χάσελ (μπάσο) και Γκάρι Πάουελ (ντραμς).
  • Το συγκρότημα αποτελείται από τους Τακαακίρα Γκότο (ηλεκτρική κιθάρα), Χιντέκι Σουεμάτσου (ηλεκτρική κιθάρα), Ταμάκι Κουνίσι (μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, πιάνο) και Γιασουνόρι Τακάντα (ντραμς, συνθεσάιζερ).
  • Το ηλεκτρικό ρεύμα είναι η μεταφερόμενη ηλεκτρική ενέργεια.
  • Το νιόβιο είναι μέτριος αγωγός του ηλεκτρισμού: η ηλεκτρική του αγωγιμότητα, 6,58×106 S/m, είναι 33η μεταξύ 70 μετάλλων.
  • Ως εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση (Ε.Η.Ε.) εννοούμε μια ηλεκτρική εγκατάσταση που λειτουργεί με την αποκλειστική ευθύνη ενός καταναλωτή, τροφοδοτείται σ’ ένα σημείο της με ηλεκτρική ενέργεια και χρησιμεύει για να διοχετεύει την ενέργεια αυτή σε συσκευές καταναλώσεως.

  • Ακόμα και αν η ηλεκτρική τροφοδοσία του συστήματος διακοπεί, υπάρχει ένας πυκνωτής ο οποίος αποθηκεύει για 1 δευτερόλεπτο ηλεκτρική ενέργεια, ικανή να ενεργοποιήσει τους αερόσακους.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!