Übersetzung für 'καρέκλα' von Griechisch nach Deutsch
καρέκλα {η}Stuhl {m}
22
ηλεκτρική καρέκλα {η}elektrischer Stuhl {m}
περιστρεφόμενη καρέκλα {η}Drehstuhl {m}
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'καρέκλα' von Griechisch nach Deutsch

καρέκλα {η}
Stuhl {m}

ηλεκτρική καρέκλα {η}
elektrischer Stuhl {m}
περιστρεφόμενη καρέκλα {η}
Drehstuhl {m}
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Το 2006, το Κολλέγιο της Γαλλίας δημιούργησε μια 53η καρέκλα αφιερωμένη στην «καλλιτεχνική δημιουργία» και κάλεσε τον Κρίστιαν ντι Πόρτζαμπαρκ να είναι ο πρώτος κάτοχός του.
  • Ο κλισμός είναι κλασική, Αρχαιοελληνική ξύλινη καρέκλα, με κυρτή "πλάτη" και κωνικά κυρτά "πόδια".
  • Στις 23 Αυγούστου του 1927, στις 12:00 τα μεσάνυχτα οι κρατούμενοι στη φυλακή Τσαρλστάουν της Βοστώνης, καταδικασθέντες Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα όπου και εκτελέστηκαν.
  • Δικάστηκε για τον φόνο της 10 χρονης Γκρέις Μπαντ (Grace Budd) - δυο ακόμα δολοφονίες του ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια της σύλληψής του -και καταδικάστηκε σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα.
  • Η ηλεκτρική καρέκλα είναι μέθοδος εκτέλεσης που χρησιμοποιείται κυρίως στις ΗΠΑ.

  • Η ταινία τελειώνει δείχνοντας τον Μάικλ να κάθεται σε μία καρέκλα στη βίλα του Δον Τομασίνο και τον θάνατο του πέφτοντας από την καρέκλα ολομόναχος μόνο με την παρουσία ενός σκύλου.
  • Λίγο πριν το Euro 1996, η Εθνική Αγγλίας απέκτησε την κακή φήμη του περιστατικού «Dentist's Chair» (καρέκλα οδοντίατρου).
  • φροντίζει για την ανάπτυξη του αθλήματος της καλαθοσφαίρισης σε τροχήλατη καρέκλα στον ελλαδικό χώρο, καθώς και τη διοργάνωση εθνικού πρωταθλήματος.
  • Μια καρέκλα χωρίς πλάτη ή βραχίονες συνηθισμένου ύψους λέγεται «σκαμνί» ή όταν είναι στο ύψος των γοφών ενός όρθιου ανθρώπου λέγεται «σκαμνί μπαρ».
  • Το 1955 τοποθετήθηκε στο Χιονοδρομικό Κέντρο Σελίου ο πρώτος αναβατήρας της χώρας (εναέρια καρέκλα μήκους 750 μ.) που έφτανε σε υψόμετρο 1600 μ.

  • Το 1934 λάνσαραν την «νέα δύναμη», μία καρέκλα κατασκευασμένη από ακατέργαστο υλικό συσκευασίας (δηλαδή ξύλο με το οποίο φτιάχνονται τα καφάσια).
  • ατσάλινο σύρμα περάστηκε με το χέρι πριν συγκολληθεί. Για αυτόν το λόγο η καρέκλα μοιάζει με γλυπτό.
  • Οι αδερφοί Castiglioni σχεδίασαν την "καρέκλα Lierna" - μια όρθια καρέκλα σε ξύλο με επένδυση ελαφρώς επικαλυμμένο για Cassina.
  • Δούλεψε επίσης με τον Joseph Hoffman στο σχεδιασμό της καρέκλας και του καναπέ "Kubus".
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!