Übersetzung für '
κρεμμύδι' von Griechisch nach Deutsch
3 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!
Anwendungsbeispiele Griechisch
- Η ανεμώνη, όμως τρώγεται εάν βραστεί στους 100 βαθμούς ή εάν τσιγαριστεί μαζί με μισό κιλό κρεμμύδι.
- Τα λαδερά αποτελούνται από λαχανικά, σκέτα ή γεμιστά, μαγειρεμένα σε σάλτσα με τομάτα, κρεμμύδι, σκόρδο και ελαιόλαδο και συνήθως δεν περιέχουν κρέας.
- Αφού τσιγαριστεί στο λάδι για λίγο, το ζράζι τοποθετείται σε μια κατσαρόλα με σέλινο, κρεμμύδι και διάφορα μυρωδικά και καλύπτεται με ζεστό ζωμό.
- το κρεμμύδι ή τα φύλλα λάχανου, ή σε φρούτα όπως τα μήλα, τα πορτοκάλια, οι μπανάνες ή τα αχλάδια.
- Το "ίσσεν γιόσοκου" (φτηνή κουζίνα δυτικού τύπου) του Κιότο, που αναπτύχθηκε στην περίοδο Ταϊσό (1912–1926), μπορεί να παρήγαγε μια πρώιμη μορφή μοντέρνου αλμυρού οκονομιγιάκι με τη μορφή τηγανίτας με σάλτσα Γουστερσέρ και ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμύδι.
- Στην Πολωνία, το λέτσο (που ονομάζεται leczo) παρασκευάζεται συνήθως από κόκκινη πιπεριά, κολοκυθάκια, ντομάτες, κρεμμύδι και σκόρδο, λουκάνικο και καρυκευμένο με πιπεριά τσίλι σε σκόνη.
- Η συνταγή, η οποία αρχικά αποτελούνταν από μοσχαρίσιο σοφρίτο (soffritto) με "odori" (σέλινο, καρότο και κρεμμύδι), λαρδί και βούτυρο, έχει υποστεί παραλλαγές με την πάροδο του χρόνου, με κυριότερη την εισαγωγή της ντομάτας τον 19ο αιώνα (ή συχνότερα του πελτέ).
- Η πάπια αυτή τρώγεται μαζί με κρεμμύδι, αγγούρι, γλυκιά σάλτσα φασολιών και κινέζικες τηγανίτες στον ατμό.
- Κόβουμε το λουκάνικο σε μικρά κομμάτια και ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι.
- Μερικές φορές αναμειγνύεται με ψίχουλα ψωμιού, ψιλοκομμένο κρεμμύδι, αυγά, βούτυρο και καρυκεύματα.
- Παρασκευάζεται με πουτίγκα χοιρινού αίματος, πατάτα, κρεμμύδι και σκόρδο, που αποτελούν κύρια συστατικά.
- Αν το εξωτερικό στρώμα ξεφλουδίσει μακριά ένα κρεμμύδι, ένα παρόμοιο κρεμμύδι υπάρχει μέσα.
- Η αρχική συνταγή περιέχει ψωμί, μπαγιάτικο ψωμί, κρεμμύδι, βασιλικό, καρυκευμένο με λάδι, ξύδι και αλάτι.
- Το άλλιο το κινεζικό, γνωστό επίσης και ως κινέζικο κρεμμύδι και κρεμμύδι της ανατολής, είναι βρώσιμο φυτό της οικογένειας των λειριοειδών το οποίο είναι ιθαγενές στην Ασία.
- Τρώγεται συνήθως με ντομάτα, κρεμμύδι, μαϊντανό και κρέας, κοκκινιστό ή σκέτο νηστίσιμο.
- Πολλοί πάγκοι που πουλάνε τάκος τα σερβίρουν με ολόκληρα ή κομμένα ραπανάκια, κομμάτια λάιμ, αλάτι, τσίλι και με κομμάτια αγγουριού ή κρεμμύδι.
- Κατά την προετοιμασία, κόβονται κατά μήκος και αφού τηγανιστούν, γεμίζονται με διάφορα λαχανικά, όπως ντομάτα, κρεμμύδι ή μαϊντανό.
- Ο ταραμάς αναμειγνύεται με ελαιόλαδο, ξερό ψωμί, πατάτα, κρεμμύδι και λεμόνι και ανακατεύεται καλά μέχρι να γίνει κρέμα.
- Η γέμιση των πιρόγκι μπορεί να είναι τυρί, πουρές πατάτας, μανιτάρια, λάχανο, κρεμμύδι ή άλλα συστατικά.
- Η γέμιση γίνεται συνήθως με ρύζι ή και κιμά, ντομάτα, κρεμμύδι και μαϊντανό, ενώ σε παραλλαγή της Πολίτικης κουζίνας χρησιμοποιούνται κουκουνάρια, σταφίδες και κανέλα αντί για κιμά.
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!