Übersetzung für 'κύρος' von Griechisch nach Deutsch
κύρος {το}Einfluss {m}
κύρος {το} [ισχύς]Gültigkeit {f}
2 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'κύρος' von Griechisch nach Deutsch

κύρος {το}
Einfluss {m}
κύρος {το} [ισχύς]
Gültigkeit {f}
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Μεταξύ άλλων ανακάλυψε τον μεγάλο ποταμό Μπόμου της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας (1877) και σταμάτησε, με το κύρος του, τον εμφύλιο πόλεμο στο Αφγανιστάν (1875).
  • Θεωρείται από τα εγκυρότερα περιοδικά της χημείας με υψηλό κύρος.
  • Στην Ελλάδα, εξελικτικοί βιολόγοι με αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική συγγραφική παρουσία είναι οι καθηγητές Κωνσταντίνος Καστρίτσης, Κωνσταντίνος Κριμπάς και Ελευθέριος Ζούρος.
  • Σήμερα, ο κοινός άνθρωπος έχει διατηρήσει την παραπάνω έννοια του απλού και συνηθισμένου ανθρώπου, δηλαδή ενός ατόμου χωρίς διάκριση ή κοινωνικό κύρος.
  • Λόγω της θέσης της ως διάλεκτος κύρος ανάμεσα σε όλες τις διαλέκτους του κλάδου Γιούε των κινεζικών ποικιλιών, συχνά ονομάζεται "Τυποποιημένα Καντονέζικα" (标准粤语, Bīujéun Yuhtyúh).

  • Η κυβέρνηση του Καναδά διαχειρίζεται το πρόγραμμα "Banting Postdoctoral Fellowship", ένα από τα βραβεία με το μεγαλύτερο κύρος στην πρώιμη ακαδημαϊκή καριέρα παγκοσμίως.
  • ένα αντιπροσωπευτικό σώμα που εκφράζει με κύρος τις επιχειρήσεις από όλους τους τομείς δραστηριοτήτων, σε κάθε μέρος του κόσμου.
  • Ο Βλαντιμίρ Λένιν εξέφρασε την γνώμη ότι θα μπορούσε κάποιος να αποκαλεί την “παλιά φρουρά του κόμματος”, το “λεπτό στρώμα”, που έχει ένα “τεράστιο κύρος, που δεν μοιράζεται”.
  • Το καθεστώς της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αναβαθμίστηκε μαζί με την επέκταση και το αυξημένο κύρος του Σερβικού βασιλείου.
  • Οι Αθηναίοι πολιτικοί Ευρυκλείδης και Μικίων που ανέλαβαν την ηγεσία της πόλης ακολούθησαν μια γραμμή ουδετερότητας καθώς η Αθήνα διέθετε μόνο πολιτιστικό κύρος.

  • ... Η εκλογή του υπαγορεύθηκε από πολλούς λόγους, α) διέθετε κύρος οφειλόμενο στην πνευματικότητα και τη λογιοσύνη του.
  • Κατά την Αρχή του αποχρώντος λόγου ουδεμία έννοια έχει κύρος αν δεν έχει λόγο που να πείθει την αλήθεια της, δηλαδή λόγο αποχρώντα.
  • και το κύρος της συμφωνίας, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα όρους και ζητήματα συμμόρφωσης σε γενικά προγράμματα.
  • Για τα επιστημονικά του έργα απέκτησε διεθνές επιστημονικό κύρος.
  • Ο Κολόμβος ήξερε ότι για να πραγματοποιήσει το διατλαντικό ταξίδι και να εξασφαλίσει προσωπικά δικαιώματα στις εξερευνήσεις του, όφειλε εκτός από εξεύρεση πόρων να πετύχει τη στήριξη κάποιας μοναρχίας που θα περιέβαλε με κύρος την αποστολή του και θα αποτελούσε τον επίσημο εντολοδόχο της, αντιμετωπίζοντας τον ανταγωνισμό άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

  • Το κύρος του αξιώματος ατόνησε κατά την αυτοκρατορική περίοδο, όταν οι σπουδαιότερες επαρχίες πέρασαν στην άμεση δικαιοδοσία του αυτοκράτορα.
  • Μία από αυτές βρίσκεται στα decretalia, στις συλλογές παπικών επιστολών που έχουν κανονικό κύρος.
  • Η γραφείς κατείχαν θέσεις με κύρος στην αρχαία αιγυπτιακή κοινωνία λόγω της σημασίας τους στην μετάδοση θρησκευτικών, πολιτικών, και οικονομικών πληροφοριών που αφορούσαν το εμπόριο.
  • Philibert (18 Μαρτίου 1502 - 3 Αυγούστου 1530) από τον Οίκο της Ιβρέας ήταν κύρος του Αρλαί & πρίγκιπας της Οράγγης (1502-30).
  • Σε κάθε περίπτωση, ο άγιος Νικόδημος περιβάλλεται με κύρος από την Ορθόδοξη Εκκλησία που «"αναγνωρίζει πλήθος Πατέρων και μετά τoν Ιωάννη Δαμασκηνό, όπως [...] τo Νικόδημο τoν Αγιορείτη και πολλούς άλλους"» ενώ «"το κύρος του [...] Νικόδημου του Αγιορείτου ανεγνωρίσθη [...] και εξήρθη κατόπιν της ανακηρύξεως του ως αγίου της Εκκλησίας"».

    © dict.cc Greek-German dictionary 2026
    Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
    Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!