αυτοκιν. μεταχειρισμένο αυτοκίνητο {το} | Gebrauchtwagen {m} | ||
| Teiltreffer | |||
| αυτοκίνητο {το} | Auto {n} 21 | ||
αυτοκιν. μικρό αυτοκίνητο {το} | Kleinwagen {m} | ||
αυτοκιν. σπορ αυτοκίνητο {το} | Sportwagen {m} | ||
αυτοκιν. αυτοκίνητο {το} αντίκα | Oldtimer {m} | ||
αθλητ.αυτοκιν. αγωνιστικό αυτοκίνητο {το} | Rennwagen {m} | ||
αυτοκιν. αστυνομικό αυτοκίνητο {το} | Polizeiwagen {m} | ||
αυτοκιν. αστυνομικό αυτοκίνητο {το} | Polizeiauto {n} | ||
| ταξίδι {το} με αυτοκίνητο | Autofahrt {f} | ||
αυτοκιν. αυτοκίνητο {το} παντός εδάφους | Geländewagen {m} | ||