Übersetzung für 'πειθαρχημένος' von Griechisch nach Deutsch
πειθαρχημένος {adj}fügsam
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'πειθαρχημένος' von Griechisch nach Deutsch

πειθαρχημένος {adj}
fügsam
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Αντίθετα από τον μεγαλύτερο αδελφό του Γουλιέλμο, ήταν πειθαρχημένος, πολυδιαβασμένος και διανοούμενος.
  • Ο Χάλντερ ήταν γνωστός για τις φιλειρηνικές απόψεις του, παρά το ότι ήταν ανώτατος στρατιωτικός και σε πολλές περιπτώσεις είχε καταφερθεί κατά των νέων εκστρατειών, αλλά ως πειθαρχημένος αξιωματικός υπάκουε πάντα στις διαταγές του Φύρερ.
  • Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση (όπως έγινε κατά τις κατακτήσεις των Ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους) η φάλαγγα εξέθετε τα σημαντικά μειονεκτήματά της με κίνδυνο ένας αποφασισμένος και πειθαρχημένος εχθρός (όπως οι Ρωμαίοι) να τα εκμεταλλευτεί.
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!