Werbung
 Übersetzung für 'σχολικός' von Griechisch nach Deutsch
σχολικός {adj}schulisch
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'σχολικός' von Griechisch nach Deutsch

σχολικός {adj}
schulisch
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Για κάποιο διάστημα ήταν σχολικός ναός, αργότερα υποβιβάστηκε στο ρόλο του ξυλουργείου επίπλωσης εκκλησιών και στη συνέχεια δόθηκε στο τάγμα των Πιαριστών.
  • Το 1907 εξελέγη σχολικός έφορος Πάφου, θέση που κράτισε τιμιτικά μέχρι το τέλος της ζωής του.
  • Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως στη μέση εκπαίδευση ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος.
  • Εκεί εργάσθηκε ως σχολικός επιθεωρητής και αργότερα ως δημοτικός σύμβουλος του Μίνεο, μέχρι που εκλέχθηκε και δήμαρχος της κωμοπόλεως.
  • Καθώς η επιστήμη της Ψυχολογίας δεν είναι ένα ενιαίο αντικείμενο αλλά διακρίνεται σε επιμέρους κλάδους, ένας ψυχολόγος ο οποίος έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακή εκπαίδευση συνήθως χαρακτηρίζεται βάσει της ειδικότητας στην οποία εκπαιδεύτηκε όπως για παράδειγμα κλινικός ψυχολόγος, σχολικός ψυχολόγος, συμβουλευτικός ψυχολόγος (βλ. ...

  • Ο σχολικός έλεγχος είναι το έγγραφο στο οποίο αναγράφεται η βαθμολογία του κάθε μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα του στο τέλος του κάθε τριμήνου.
  • O σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός είναι τμήμα του  επαγγελματικού προσανατολισμού, είναι δηλαδή το σύνολο των δραστηριοτήτων επαγγελματικού προσανατολισμού οι οποίες εφαρμόζονται στα σχολεία.
  • Με τον Steve Lavigne ,ο οποίος ήταν σχολικός φίλος τού Eastman,ως την πρώτη προσθήκη στην ομάδα.
  • Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα φαινόμενο εσκεμμένης, απρόκλητης, συστηματικής και επαναλαμβανόμενης άσκησης βίας και επιθετικής συμπεριφοράς μεταξύ μαθητών.
  • Με τη συνδρομή των περιοίκων δόθηκαν κτήματα στη σχολή, ενώ κτίστηκαν και πολλά δωμάτια πέριξ της σχολής για την εξυπηρέτηση των μαθητών της, ενώ διαμορφώθηκε σχολικός κήπος.

  • Προτού κατέλθει στην πολιτική, ο Γιοχάνις εργαζόταν ως δάσκαλος Φυσικής και ως σχολικός επιθεωρητής.
  •  Από το 1900 – γίνεται  σχολικός επιθεωρητής.
  • Σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1925, οι κάτοικοι θεωρούνταν πλέον Ιταλοί πολίτες (απαλλασσόμενοι από τη στρατιωτική θητεία), ενώ το 1926 ορίστηκε σχολικός κανονισμός βάσει του οποίου η διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας ήταν υποχρεωτική, ιδρύθηκε δε Διδασκαλείο για την εκπαίδευση των δασκάλων.
  • Η αρχική πρόσληψη του σχολείου ήταν 100 μαθητές ηλικίας 11 ετών (ακαδημαϊκά ηλικίας 7 ετών) και 100 μαθητές ηλικίας 13 ετών (ακαδημαϊκά ηλικίας 9 ετών), ενώ επιπρόσθετα, ο σχολικός κατάλογος θα αυξάνεται ετησίως μέχρι να φτάσει τη χωρητικότητα των 500 από παιδιά ηλικίας 11-16 ετών.
  • Τα παιδιά του Κάριατζ διαθέτουν ατομικά δωμάτια, και δεν τα φροντίζει κάποιος σχολικός κηδεμόνας.

  • Ως σχολικός νοσηλευτής/ρια, σε σχολεία (Δημόσια - Ιδιωτικά), σε παιδικούς σταθμούς (δημόσιους - ιδιωτικούς), κολέγια, πανεπιστήμια καθώς και στην στην Ειδική Αγωγή.
  • Ο σχολικός βιβλιοθηκονόμος μπορεί να έχει τον ρόλο του μεσάζοντα και του βοηθού του διδασκάλου, σε μια ύλη κοινώς αποδεκτή από τον εκπαιδευτικό και τον σχολικό βιβλιοθηκονόμο.
  • Στη συνέχεια εργάστηκε ως σχολικός σύμβουλος σε Γυμνάσιο της χώρας του .
  • Ο εκφοβισμός στον χώρο εργασίας ή εργασιακή ψυχολογική κακομεταχείριση, ή εργασιακό bullying όπως και ο σχολικός εκφοβισμός, είναι η τάση ενός ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων να χρησιμοποιεί συνεχή επιθετική ή αδικαιολόγητη συμπεριφορά ενάντια σε έναν συνάδελφο, όχι εξαιτίας κάποιας προσωπικής σύγκρουσης ή συμφερόντων αλλά με σκοπό να αποπροσανατολίσει το στόχο της επίθεσης και να τον υποτάξει ή να ελέγξει τα συναισθήματά του.
  • Εργάστηκε ως σχολικός σύμβουλος στη μέση εκπαίδευση.

    Werbung
    © dict.cc Greek-German dictionary 2026
    Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
    Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!