Werbung
 Übersetzung für 'τηγάνι' von Griechisch nach Deutsch
γαστρ.
τηγάνι {το}
Pfanne {f}
8
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'τηγάνι' von Griechisch nach Deutsch

τηγάνι {το}
Pfanne {f}γαστρ.
Werbung
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Στην κουζίνα των Ηνωμένων Πολιτειών, η ελληνική πίτσα είναι τύπος κρούστας και προετοιμασίας πίτσας, όπου η πίτσα διογκώνεται και μαγειρεύεται σε μεταλλικό τηγάνι αντί να τεντώνεται κατά παραγγελία και να ψήνεται σε φούρνο πίτσας.
  • Το τακογιάκι (たこ焼き ή 蛸焼, Takoyaki) ή "μπάλες χταποδιού" είναι ιαπωνικό σνακ σε σχήμα μπάλας, που φτιάχνεται από κουρκούτι με βάση σιταρένιο αλεύρι και μαγειρεύεται σε ειδικό φορμαρισμένο τηγάνι.
  • Η αναζήτηση κόκκων χρυσού γίνεται συνήθως με ένα τηγάνι ή παρόμοιο όργανο για το πλύσιμο των ελεύθερων ψηγμάτων χρυσού από χαλαρά επιφανειακά ιζήματα.
  • Λόγω της δυσκολίας αυτής της διαδικασίας συνήθως σε αυτό το στάδιο απαιτούνται 2 άτομα προκειμένου ο ένας να δίνει το σχήμα στην τηγανισμένη ζύμη όταν την βγάζει από το τηγάνι και ο δεύτερος να φροντίζει να μην τσαλακώνεται η ζύμη όταν μπαίνει στο τηγάνι.
  • Κατά τη διάρκεια του τηγανίσματος το σνίτσελ τινάσσεται ελαφρώς γύρω από το τηγάνι.

  • Το καλύτερο είναι να “βράσει” η σούπα σε ξυλόφουρνο, ωστόσο και σε ένα βαθύ τηγάνι ή με ένα διπλό πάτο χάλυβα-χαλκού ή χάλυβα-αλουμινίου για να μην κολλήσει και καεί.
  • Το βαθύ τηγάνισμα γίνεται σε φριτέζα, βαθύ τηγάνι, ολλανδικό φούρνο, ή μαντεμένια κατσαρόλα.
  • Συχνά ψήνεται σε ανοικτή φλόγα σε υπαίθριο τζάκι ή φωτιά, συνήθως σε ένα κυκλικό τηγάνι μακριού στελέχους χυτοσίδηρου.
  • Το κοτόπουλο ψήνεται σε ένα παραδοσιακό τηγάνι που ονομάζεται τάπα (...).
  • Το σαγάνι είναι τηγάνι με δυο αντικριστές λαβές. Η λέξη προέρχεται απ' την Τουρκική λέξη sahan.

  • Στον "αγώνα τηγανίτας" που γίνεται στην Αγγλία, κάθε συμμετέχων φέρνει μία τηγανίτα σε ένα τηγάνι.
  • Σήμερα είναι γνωστή ως το «τηγάνι της Ανδαλουσίας» λόγω της ακραίας ζέστης που επικρατεί εκεί κατά τους θερινούς μήνες Ενώ οικονομικά παίζει τον ρόλο της «αγροτόπολης», δηλαδή το αστικό κέντρο αναφοράς της αγροτικής της ενδοχώρας.
  • Παρεμφερείς τρόποι τηγανίσματος είναι το σοτάρισμα κατά το οποίο καβουρδίζουμε ή τσιγαρίζουμε με ένα ελαφρύ πέρασμα το τρόφιμο στο τηγάνι και το ρόδισμα κατά το οποίο το τρόφιμο αποκτάει απλά την εξωτερική κρούστα.
  • Την επόμενη μέρα τα μαγειρεύουν στο τηγάνι με αλεύρι και τα ονομάζουν "Ιμάμη".
  • Πρόκειται για τριήμερο φεστιβάλ που συνδυάζει καλλιτεχνικά δρώμενα με πλούσια και καλαίσθητη υπαίθρια αγορά και για καλωσόρισμα δίνει στους επισκέπτες την ευκαιρία να απολαύσουν κάστανα ψημένα στο μεγαλύτερο τηγάνι που υπάρχει στην Ελλάδα και βραστά στο παλιό χαρανί, καθώς και ντόπιο τσίπουρο.

  • Οι κρέπες φτιάχνονται ρίχνοντας ένα υγρό μίγμα ζύμης σε καυτό τηγάνι ή ειδικό μάτι για κρέπες, συχνά αλειμένο με βούτυρο.
  • Το τηγάνι δεν έχει υποστεί και πολλές αλλαγές από τότε που εφευρέθηκε.
  • Το γουόκ είναι ένα κοίλο σκεύος που μοιάζει με τηγάνι.
  • Είναι ημίσκληρο τυρί, το οποίο κατασκευάζεται από μείγμα αγελαδινού και αιγοπρόβειου γάλακτος, ή εξ ολοκλήρου από αιγοπρόβειο γάλα και μπορεί να ψηθεί στη σχάρα ή στο τηγάνι.
Werbung
© dict.cc Greek-German dictionary 2024
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!