Übersetzung für 'υποχρέωση' von Griechisch nach Deutsch
υποχρέωση {η}Verpflichtung {f}
5
νομ.
υποχρέωση {η} γνώσης
Kennenmüssen {n}
υποχρέωση {η} εγκατάστασηςResidenzpflicht {f}
υποχρέωση {η} καταβολής εγγείου φόρουGrundsteuerpflicht {f}
4 Übersetzungen
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Anwendungsbeispiele Griechisch
  • ... 3) Η επιχείρηση έχει υποχρέωση να μεταβιβάζει οποιεσδήποτε εισροές εισπράττει για λογαριασμό των τελικών αποδεκτών χωρίς καθυστέρηση.
  • Είχε υποχρέωση να καλύπτει το πρόσωπό του με προσωπίδα από μαύρο βελούδο (και όχι από σίδερο όπως θεωρούσαν).
  • "Η Σλοβενία" αναφέρει ρητά στη νομοθεσία της,την υποχρέωση διατήρησης της γεωλογικής κληρονομιάς στο σύνολό της.
  • Ο άλλος έχει τότε την αντίστοιχη υποχρέωση.
  • Ο Κεν έχει δια βίου υποχρέωση στον Χάρι που παραδοσιακά δεν μπορεί ποτέ να αποπληρωθεί.

  • Αυτό συνέβη με την υποχρέωση να διατηρήσουν το χώρο στην αρχική του κατάσταση και να ελαχιστοποιηθούν οι αλλοιώσεις και φθορές.
  • Οι εγγυητικές επιστολές είναι στην ουσία συμβάσεις (δικαιοπραξίες) με τις οποίες ο χρηματοοικονομικός οργανισμός αναλαμβάνει την υποχρέωση προς το δικαιούχο, ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, θα την εκπληρώσει ο εγγυητής και θα την εκπληρώσει για το ορισμένο ποσό που αναγράφεται, πάντα επακριβώς, στο σώμα της εγγυητικής επιστολής.
  • Ένα διάταγμα στα τέλη της δεκαετίας του 840 απαλλάξει το μοναστήρι του Μπρίντον από την υποχρέωση να προμηθεύει φαγητό στους απεσταλμένους και στους υπηρέτες του Μπέορθγουλφ αλλά η υποχρέωση τους να προμηθεύουν φαγητό σε απεσταλμένους από γειτονικά βασίλεια ή βασίλεια πέρα από την θάλασσα εξαιρέθηκε από την απαλλαγή.
  • Αυτό καταργήθηκε με το ΠΔ 16 του 1996 που δεν προβλέπει την υποχρέωση χρήσης πτυελοδοχείων.
  • Αχτναμές ή Αχιτναμές είναι λέξη που προέρχεται εκ των αραβικών αχτ (=υποχρέωση) + ναμά (=επιστολή).

  • Παρακαταθέτης είναι εκείνος ο οποίος δίνει ένα κινητό πράγμα σε κάποιον ("θεματοφύλακα") για να το φυλάει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και έχει την υποχρέωση να το επιστρέψει στον παρακαταθέτη, όταν του ζητηθεί.
  • Η Ελληνική Δημοκρατία, βάσει διακρατικής συμφωνίας από το 1990, έχει την υποχρέωση να αναμεταδίδει το ΡΙΚ Sat σε επίγειο δίκτυο, υποχρέωση την οποία εκτελεί η ΕΡΤ.
  • Το 2021 καταδικάστηκε πρωτόδικα για πρόκληση ηθικής βλάβης του Κωνσταντίνου Μπογδάνου και υποχρέωση υποβολής αποζημίωσης €5000.
  • Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει τη νομική υποχρέωση να παράσχει, τόσο στο Συμβούλιο όσο και στο Κοινοβούλιο της ΕΕ, ετήσια δήλωση που επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των λογαριασμών, τη νομιμότητα και τη κανονικότητα των υποκείμενων σε αυτήν πράξεων .
  • Οι πρώτες αφορούν προσωρινές εξαιρέσεις τροφίμων από την υποχρέωση επισήμανσης (πλήρως ραφιναρισμένο σογιέλαιο, στανόλες και στερόλες σόγιας κ.ά.) ενώ ο κανονισμός αφορά την υποχρέωση στην οινοβιομηχανία να επισημαίνει την ύπαρξη διοξειδίου του θείου στο κρασί εφόσον είναι πάνω από 10 ppm (πρακτικά είναι το αναλυτικό όριο ανίχνευσης).

  • Το στατιστικό Μητρώο των Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης αποτελεί υποχρέωση όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ορθή οριοθέτηση του θεσμικού τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, τηρείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και η κατάρτιση και τακτική επικαιροποίηση του αποτελεί υποχρέωση της.
  • Συνήθως αυτά είναι αυτοδιαχειριζόμενα και δεν υπάρχει άλλη υποχρέωση έκδοσης Αδείας.
  • Πάνω σε αυτό η οδηγία προβλέπει (άρθρο 4) μια ειδική υποχρέωση των κρατών μελών για ίδρυση περιοχών ειδικής προστασίας (Special Protection Areas – SPAs).
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!