Übersetzung für 'υποχρεωτικός' von Griechisch nach Deutsch
υποχρεωτικός {adj}verbindlich [verpflichtend]
6
1 Übersetzung
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!

Übersetzung für 'υποχρεωτικός' von Griechisch nach Deutsch

υποχρεωτικός {adj}
verbindlich [verpflichtend]
Anwendungsbeispiele Griechisch
  • Η αγαμία θεωρείται αμαρτία για το Ισλάμ Σύμφωνα με τη νομική σχολή των Χαναφιτών, των Χανμπαλιτών και των Μαλικιτών ο γάμος είναι υποχρεωτικός.
  • Ο δεύτερος γύρος είναι υποχρεωτικός εάν κανένας υποψήφιος δεν λάβει το πενήντα τοις εκατό συν μία των ψήφων.
  • Ο εθελοντικός ή υποχρεωτικός προληπτικός χημικός ή χειρουργικός ευνουχισμός πραγματοποιείται σε πολλές χώρες—διατίθενται αναφορές από αμερικανικές και ευρωπαϊκές χώρες ιδίως για περισσότερα από ογδόντα χρόνια (χημικά για περίπου τριάντα)—ως μια επιλογή για θεραπεία για άτομα που έχουν παραβιάσει νόμους σεξουαλικής φύσης, επιτρέποντάς τους να επιστρέψουν στην κοινότητα από κατά τα άλλα μακροχρόνιες φυλακίσεις.
  • Υπήρχαν εύλογες ανησυχίες από υποστηρικτές του εμβολιασμού σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά του, αλλά αυτές επισκιάστηκαν από τη γενική κατακραυγή, ιδίως όταν άρχισε να καθιερώνεται νομοθετικά ο υποχρεωτικός εμβολιασμός.
  • Παρ' όλο που είναι περισσότερο ιστορικής και ηθικής αξίας, ο όρκος θεωρείται ως «τελετή περάσματος» για αυτούς που εκπαιδεύτηκαν να ασκούν την ιατρική, ωστόσο δεν είναι πλέον υποχρεωτικός και δε δίδεται απ’ όλους τους ιατρούς.

  • Στα μέσα Ιουλίου 2021 υπερψηφίστηκε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των υγειονομικών.
  • Ο αριθμός θέσης «-1-» του διπλού δεσμού (εδώ) δεν είναι υποχρεωτικός, γιατί λόγω έλλειψη σημαντικότερης χαρακτηριστικής ομάδας η αρίθμηση αρχίζει αναγκαστικά από άτομο του διπλού δεσμού, ο οποίος έτσι έχει αναγκαστικά #1 αριθμό θέσης, δηλαδή εννοείται.
  • Βρετανίας φέρεται να ήταν ο υποχρεωτικός επανάπλους των πλοίων στις ΗΠΑ ή τον Καναδά σε περίπτωση ήττας, όρος που έγινε άμεσα αποδεκτός.
  • Φυσικά, και νεότερα παιδιά μπορούν να αναλάβουν τους περισσότερους από αυτούς τους ρόλους αν το επιθυμούν, και κανείς από αυτούς δεν είναι υποχρεωτικός ακόμη και για τα μεγαλύτερα παιδιά.
  • Ο όρκος προς τη Σημαία και το Ευαγγέλιο ή τα Ιερά Σύμβολα της πίστης του καθενός, ορίζεται από το Άρθρο 3 του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1 και είναι υποχρεωτικός για κάθε νεοσύλλεκτο που εντάσσεται στο στράτευμα.

  • Παράλληλα καθιερωνόταν "ο υποχρεωτικός έλεγχος για HIV των ατόμων που κάνουν χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών και των εκδιδόμενων ατόμων που στερούνται του προβλεπόμενου βιβλιαρίου υγείας".
  • Στα μέσα Ιουλίου 2021 υπερψηφίστηκε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των υγειονομικών.
  • Ο υποχρεωτικός βαπτισμός —νηπίων και ενηλίκων— αλλά και ο εξαναγκασμός ειδωλολατρικών και έτερων χριστιανικών ομάδων ώστε να εκχριστιανιστούν μέσω βαφτίσματος μαρτυρείται ήδη από τον 6ο αιώνα στον Ιουστινιανό Κώδικα που εκδόθηκε από τον Ιουστινιανό Α', όπου ορίζονταν διά νόμου ότι «όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να δέχονται το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καμία αναβολή» .
  • Ο ακινητοποιητής είναι υποχρεωτικός σε όλα τα νέα αυτοκίνητα που πωλούνται στη Γερμανία από την 1 Ιανουαρίου 1998, στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Οκτώβριο του 1998, στην Αυστραλία από το 2001 και στον Καναδά από το 2007.
© dict.cc Greek-German dictionary 2026
Enthält Übersetzungen von der TU Chemnitz sowie aus Mr Honey's Business Dictionary (nur Englisch/Deutsch).
Links auf das Wörterbuch oder auch auf einzelne Übersetzungen sind immer herzlich willkommen!