Seite 1 von 7 für den Buchstaben Δ im Griechisch-Deutsch-Wörterbuch
δαγκάνα {η}
Bremssattel {m}εργαλ.
δάγκωμα {το}
Biss {m}
δαγκώνω
beißen
δάκρυ {το}
Träne {f}
δακρυγόνο αέριο {το}
Tränengas {n}χημ.
δακρύζω
tränen
δακρυϊκός ασκός {ο}
Tränensack {m}ιατρ.
δακρύρροια {η}
Tränenfluss {m}
δάκτυλα των ποδιών {τα}
Zehen {pl}
δακτύλιος {ο}
Ring {m} [Rings­traße]
δακτύλιος {ο} του Αϊνστάιν
Einsteinring {m}αστρον.φυσ.
δακτυλίτιδα {η} [γένος: Digitalis]
Fingerhut {m}βοτ.T
δάκτυλο {το} (ποδιού)
Zehe {f}ανατ.
δαμάσκηνο {το}
Mirabelle {f}βοτ.T
Zwetschge {f}βοτ.T
Δαμασκός {η}
Damaskus {n}γεωγρ.
δανείζομαι
leihen
δανείζομαι [αυτοπ.]
borgen
δανείζω
ausleihen
borgen
δανειστής {ο}
Gläubiger {m}
Δανία {η}
Dänemark {n}γεωγρ.
δαντέλα {η}
Spitze {f} [Gewebe]
δαπάνες {οι} του προϋπολογισμού
Haushaltsausgaben {pl}οικον.
δαπανηρός
kostspielig
teuer
δαπανώ [ξοδεύω]
ausgeben
δάπεδο {το}
Fußboden {m}
Δαρβινισμός {ο}
Darwinismus {m}βιολ.
Δασιά {η} [Σποράδες]
Dasia {n} [Sporaden]γεωγρ.
δασική οικονομία {η}
Waldwirtschaft {f}οικον.
δάσκαλος {ο}
Lehrer {m}εκπαιδ.εργασία
δασμός {ο}
Zoll {m}
δασοκομία {η}
Forstwirtschaft {f}
δάσος {το}
Wald {m} [großer]
δασοφύλακας {ο}
Waldhüter {m}εργασία
δασοφυλακή {η} [υπηρεσία]
Forstbehörde {f}
δάφνη {η}
Lorbeer {m}βοτ.T
δάχτυλα {τα}
Finger {pl}
δαχτυλίδι {το}
Ring {m}
δάχτυλο {το}
Finger {m}
δάχτυλο {το} του ποδιού
Zeh {m}
Δε με νοιάζει.
Ist mir egal.
Δε νομίζω.
Ich glaube nicht.
δε σηκώνω συζήτηση
keine Widerrede dulden
δείγμα {το}
Probe {f}
δεικνύω
zeigen
δείκτης {ο}
Zeigefinger {m}ανατ.
δείκτης {ο} ρολογιού
Uhrzeiger {m}
δείκτης {ο} στάθμης λαδιού
Ölmessstab {m}αυτοκιν.
δείπνο {το}
Abendessen {n}
δείχνω
anzeigen [Anzeigetafel]
zeigen
δείχνω [φαίνομαι]
aussehen
δείχτης {ο}
Zeigefinger {m}ανατ.
δέκα <10>
zehn <10>
δεκαδικό σύστημα {το}
Dezimalsystem {n}μαθ.
δεκαεννέα <19>
neunzehn <19>
δεκαεννιά <19>
neunzehn <19>
δεκαέξι <16>
sechzehn <16>
δεκαεπτά <17>
siebzehn <17>
δεκαετία {η}
Jahrzehnt {n}
δέκαθλο {το}
Dekathlon {m}αθλητ.
Zehnkampf {m}αθλητ.
δεκάμετρο {το}
Dekameter {n}
δεκαοκτώ <18>
achtzehn <18>
δεκαοχτούρα {η} [Streptopelia decaocto]
Türkentaube {f}ορν.T
δεκαπέντε <15>
fünfzehn <15>
δεκατέσσερα <14>
vierzehn <14>
δεκατέσσερις {οι}
vierzehn
δέκατο {το} του μέτρου
Dezimeter {m}
δεκατόμετρο {το}
Dezimeter {m}
δεκατρία <13>
dreizehn <13>
Δεκέμβριος {ο}
Dezember {m} <Dez.>
δέλτα {το} του Νείλου
Nildelta {n}γεωγρ.
δελτοειδής μυς {ο}
Deltamuskel {m}ανατ.
Δελφίν {ο} [αστερισμός]
Delphin {m} [Sternbild]αστρον.
δελφίνι {το}
Delfin {m}ζωολ.T
Δεν είχα ακόμα την ευκαιρία να το ρωτήσω.
Ich hatte noch keine Gelegenheit, ihn zu fragen.
Δεν καταλαβαίνω.
Ich verstehe nicht.
Δεν ξέρω.
Ich weiß (es) nicht.
Δεν πειράζει!
Egal!
Macht nichts!
Δεν υπάρχει πρόβλημα!
Kein Problem!
δένδρο {το}
Baum {m}
δενδροχρονολόγηση {η}
Dendrochronologie {f}επιστήμη
δέντρο {το}
Baum {m}
δεντρολίβανο {το}
Rosmarin {m}βοτ.T
δεξαμενή {η}
Behälter {m}
δεξαμενόπλοιο {το}
Tanker {m}
δεξιά
rechts
δεξιός
rechte [-r, -s]
δεξιόστροφος
im Uhrzeigersinn
δεοντολογία {η}
Deontologie {f}φιλοσ.
Pflichtkodex {m}
δέρμα {το}
Haut {f}
Leder {n}
δερματολογία {η}
Dermatologie {f}επιστήμηιατρ.
δερματολόγος {ο}
Dermatologe {m}ιατρ.
Hautarzt {m}εργασίαιατρ.
εργαλ.
δαγκάνα {η}
Bremssattel {m}
δάγκωμα {το}Biss {m}
δαγκώνωbeißen
δάκρυ {το}Träne {f}
χημ.
δακρυγόνο αέριο {το}
Tränengas {n}
δακρύζωtränen
ιατρ.
δακρυϊκός ασκός {ο}
Tränensack {m}
δακρύρροια {η}Tränenfluss {m}
δάκτυλα των ποδιών {τα}Zehen {pl}
δακτύλιος {ο}Ring {m} [Rings­traße]
αστρον.φυσ.
δακτύλιος {ο} του Αϊνστάιν
Einsteinring {m}
βοτ.T
δακτυλίτιδα {η} [γένος: Digitalis]
Fingerhut {m}
ανατ.
δάκτυλο {το} (ποδιού)
Zehe {f}
βοτ.T
δαμάσκηνο {το}
Mirabelle {f}
βοτ.T
δαμάσκηνο {το}
Zwetschge {f}
γεωγρ.
Δαμασκός {η}
Damaskus {n}
δανείζομαιleihen
δανείζομαι [αυτοπ.]borgen
δανείζωausleihen
δανείζωborgen
δανειστής {ο}Gläubiger {m}
γεωγρ.
Δανία {η}
Dänemark {n}
δαντέλα {η}Spitze {f} [Gewebe]
οικον.
δαπάνες {οι} του προϋπολογισμού
Haushaltsausgaben {pl}
δαπανηρόςkostspielig
δαπανηρόςteuer
δαπανώ [ξοδεύω]ausgeben
δάπεδο {το}Fußboden {m}
βιολ.
Δαρβινισμός {ο}
Darwinismus {m}
γεωγρ.
Δασιά {η} [Σποράδες]
Dasia {n} [Sporaden]
οικον.
δασική οικονομία {η}
Waldwirtschaft {f}
εκπαιδ.εργασία
δάσκαλος {ο}
Lehrer {m}
δασμός {ο}Zoll {m}
δασοκομία {η}Forstwirtschaft {f}
δάσος {το}Wald {m} [großer]
εργασία
δασοφύλακας {ο}
Waldhüter {m}
δασοφυλακή {η} [υπηρεσία]Forstbehörde {f}
βοτ.T
δάφνη {η}
Lorbeer {m}
δάχτυλα {τα}Finger {pl}
δαχτυλίδι {το}Ring {m}
δάχτυλο {το}Finger {m}
δάχτυλο {το} του ποδιούZeh {m}
Δε με νοιάζει.Ist mir egal.
Δε νομίζω.Ich glaube nicht.
δε σηκώνω συζήτησηkeine Widerrede dulden
δείγμα {το}Probe {f}
δεικνύωzeigen
ανατ.
δείκτης {ο}
Zeigefinger {m}
δείκτης {ο} ρολογιούUhrzeiger {m}
αυτοκιν.
δείκτης {ο} στάθμης λαδιού
Ölmessstab {m}
δείπνο {το}Abendessen {n}
δείχνωanzeigen [Anzeigetafel]
δείχνωzeigen
δείχνω [φαίνομαι]aussehen
ανατ.
δείχτης {ο}
Zeigefinger {m}
δέκα <10>zehn <10>
μαθ.
δεκαδικό σύστημα {το}
Dezimalsystem {n}
δεκαεννέα <19>neunzehn <19>
δεκαεννιά <19>neunzehn <19>
δεκαέξι <16>sechzehn <16>
δεκαεπτά <17>siebzehn <17>
δεκαετία {η}Jahrzehnt {n}
αθλητ.
δέκαθλο {το}
Dekathlon {m}
αθλητ.
δέκαθλο {το}
Zehnkampf {m}
δεκάμετρο {το}Dekameter {n}
δεκαοκτώ <18>achtzehn <18>
ορν.T
δεκαοχτούρα {η} [Streptopelia decaocto]
Türkentaube {f}
δεκαπέντε <15>fünfzehn <15>
δεκατέσσερα <14>vierzehn <14>
δεκατέσσερις {οι}vierzehn
δέκατο {το} του μέτρουDezimeter {m}
δεκατόμετρο {το}Dezimeter {m}
δεκατρία <13>dreizehn <13>
Δεκέμβριος {ο}Dezember {m} <Dez.>
γεωγρ.
δέλτα {το} του Νείλου
Nildelta {n}
ανατ.
δελτοειδής μυς {ο}
Deltamuskel {m}
αστρον.
Δελφίν {ο} [αστερισμός]
Delphin {m} [Sternbild]
ζωολ.T
δελφίνι {το}
Delfin {m}
Δεν είχα ακόμα την ευκαιρία να το ρωτήσω.Ich hatte noch keine Gelegenheit, ihn zu fragen.
Δεν καταλαβαίνω.Ich verstehe nicht.
Δεν ξέρω.Ich weiß (es) nicht.
Δεν πειράζει!Egal!
Δεν πειράζει!Macht nichts!
Δεν υπάρχει πρόβλημα!Kein Problem!
δένδρο {το}Baum {m}
επιστήμη
δενδροχρονολόγηση {η}
Dendrochronologie {f}
δέντρο {το}Baum {m}
βοτ.T
δεντρολίβανο {το}
Rosmarin {m}
δεξαμενή {η}Behälter {m}
δεξαμενόπλοιο {το}Tanker {m}
δεξιάrechts
δεξιόςrechte [-r, -s]
δεξιόστροφοςim Uhrzeigersinn
φιλοσ.
δεοντολογία {η}
Deontologie {f}
δεοντολογία {η}Pflichtkodex {m}
δέρμα {το}Haut {f}
δέρμα {το}Leder {n}
επιστήμηιατρ.
δερματολογία {η}
Dermatologie {f}
ιατρ.
δερματολόγος {ο}
Dermatologe {m}
εργασίαιατρ.
δερματολόγος {ο}
Hautarzt {m}
Seite 1 von 7 für den Buchstaben Δ im Griechisch-Deutsch-Wörterbuch
Neue Wörterbuch-Abfrage: Einfach jetzt tippen!
Impressum © dict.cc 2026